Περί ανεκτικότητας

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013 1 Σχολιο

Θέλω να πιστεύω ότι ως άθεος δεν προκαλώ στην καθημερινότητά μου, τουλάχιστον δεν προκαλώ επίτηδες. Δεν θα πάω να πιάσω τους πιστούς που γνωρίζω και να τους κάνω κήρυγμα ότι αυτά που πιστεύουν είναι μπούρδες, αν όμως βρεθώ σε μια συζήτηση θα πω τη γνώμη μου ξεκάθαρα και χωρίς να την ωραιοποιήσω για να μην παρεξηγηθεί κάποιος. Δεν θα επιβάλλω στον άλλον τι και πώς θα φάει, τι και πώς θα πει, τι και πώς θα φορέσει, αλλά παράλληλα θα απαιτήσω να μην προσπαθούν οι άλλοι να επιβάλλουν τις προτιμήσεις τους σε μένα.

Έχω γνωρίσει πολλούς πιστούς (χριστιανούς, μιας και είναι η πλειοψηφία στην Ελλάδα), κυρίως νεαρούς σε ηλικία, οι οποίοι δηλώνουν ότι ακριβώς έτσι συμπεριφέρονται και αυτοί. Λένε ότι είναι ανοιχτόμυαλοι και όχι φανατικοί, ότι δεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα με τους αλλόθρησκους/άθρησκους/άθεους και ότι δε θέλουν να επιβάλλουν τα πιστεύω τους σε κανέναν. Δυστυχώς όμως, συχνά ανακαλύπτω πως αυτά ισχύουν στη θεωρία και μόνο, γιατί στην πράξη, όταν δηλαδή γνωρίσουν πραγματικά κάποιον διαφορετικό, με κάποιον μαγικό τρόπο όλα ανατρέπονται.

Δεν μπορείς να λες ότι είσαι ανοιχτόμυαλος και ταυτόχρονα να κατακρίνεις τον άλλον που δεν ακολουθεί το τυπικό της δικής σου θρησκείας, όσο διαδεδομένη ή «επικρατούσα» κι αν είναι αυτή. Θα φέρω ένα παράδειγμα που μου συμβαίνει κάθε μα κάθε χρόνο στο γραφείο που εργάζομαι. Οι συνάδελφοί μου ξέρουν τις πεποιθήσεις μου, έχει τύχει να συζητήσουμε και δεν έχει δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα στην καθημερινότητά μας, παρόλο που μερικοί είναι αρκετά θρήσκοι. Τη Μεγάλη Εβδομάδα όμως που τρώω κανονικά κρέας, όλο και κάποιοι θα βρεθούν που θα πουν κάτι, από αποδοκιμαστικά ή ειρωνικά σχόλια μέχρι έντονες παρατηρήσεις: «Μα καλά, τρως συκώτι Μεγάλη Τρίτη; Είπαμε δεν πιστεύεις, αλλά όχι κι έτσι!» Προφανώς μέχρι τη συγκεκριμένη στιγμή δεν είχαν συνειδητοποιήσει τι σημαίνει το ότι είμαι άθεος και σοκαρίστηκαν που είδαν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτούς και τον περίγυρό τους. Όλες οι δηλώσεις ανωτερώτητας και οι ανοιχτοί ορίζοντες πήγαν περίπατο κι αυτομάτως έγινα ο κακός της υπόθεσης, ο άπιστος που δε σέβεται τη θρησκεία ή έστω τις παραδόσεις της χώρας του.

Άλλη περίπτωση κατά την οποία οι συγκεκριμένοι «ανοιχτόμυαλοι» πιστοί δέχονται το ίδιο σοκ είναι οι γιορτές. Χριστούγεννα ή Πάσχα – ευτυχώς δεν έχω ονομαστική εορτή – όταν μου ευχηθούν, αντεύχομαι στον κόσμο «Καλές γιορτές» και «Χρόνια πολλά». Έχει τύχει όμως να δεχτώ και πάλι παρατηρήσεις από γνωστούς (για αγνώστους δεν το συζητάω) «Δε λέμε χρόνια πολλά, λέμε αληθώς ανέστη/καλά χριστούγεννα». Κάτσε ρε φίλε. Ξέρεις ότι είμαι άθεος, παρ’ ολ’ αυτά μου εύχεσαι για κάτι στο οποίο δεν πιστεύω. Καταλαβαίνω ότι έτσι έχεις συνηθίσει, και σου απαντάω ευγενικά αντί να αρχίσω τις παρατηρήσεις ή/και το σαρκασμό. Και μετά απ’ αυτό μου κάνεις παρατήρηση εσύ, ο προοδευτικός, ο δεν-έχω-πρόβλημα-με-το-διαφορετικό; Προφανώς έχεις, και μάλιστα μεγάλο πρόβλημα που δεν είμαι σαν εσένα.

Θα το καταλάβαινα, αν επρόκειτο για τίποτε θεούσες θείτσες, που έχουν μείνει κολλημένες στη δεκαετία του ’50 και δεν έχουν βγει ποτέ από το χωριό τους. Αλλά μιλάμε για άτομα νέα, μορφωμένα, σπουδαγμένα, που έχουν ταξιδέψει κι έχουν έρθει σε επαφή με άλλο κόσμο και υποτίθεται έχουν ανοίξει λίγο οι ορίζοντές τους. Μιλάμε για άτομα που δεν θα τα χαρακτήριζες χριστιανοταλιμπάν, που δεν πιστεύουν με την Αγία Γραφή στο χέρι αλλά σε πιο λάιτ βαθμό, που συμβαδίζουν με τα ήθη της εποχής (π.χ. έχουν προγαμιαίες σχέσεις). Και αυτά τα άτομα σοκάρονται εμφανώς όταν βλέπουν κάποιον να μην ακολουθεί τα πατροπαράδοτα χριστιανορθόδοξα ήθη και έθιμα, παρόλο που στη θεωρία και στην κουβέντα είναι άνετοι με το όλο θέμα της μη-πίστης ή της διαφορετικότητας εν γένει.

Όλη αυτή η συμπεριφορά τέτοιων ατόμων είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας από τους λόγους που υπάρχουν άθεοι οι οποίοι δεν εκδηλώνουν δημόσια τις πεποιθήσεις τους, αλλά αντίθετα υποκρίνονται ότι είναι πιστοί. Σίγουρα υπάρχουν και οι εμφανώς ρατσιτές, αυτοί που όταν ακούσουν απλά τη λέξη άθεος θα κόψουν κάθε επαφή μαζί σου ή θα προσπαθήσουν να σε πάνε για εξορκισμό, αλλά αυτοί αφενός είναι ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού και αφετέρου είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι ώστε να μην έχεις σχέσεις μαζί τους. Το πρόβλημα είναι οι άλλοι, αυτοί που κατά βάθος είναι ταλιμπάν και δεν το ξέρουν, αυτοί που ενώ στη θεωρία είναι ανεκτικοί, στην πράξη σου υπενθυμίζουν διαρκώς με διάφορα «αθώα» σχόλια και παρατηρήσεις ότι είσαι κάτι διαφορετικό απ’ αυτούς και ότι δεν αισθάνονται άνετα με αυτό. Φυσικά και τα παραπάνω μπορούν κάλλιστα να επεκταθούν σε οποιαδήποτε μορφή διαφορετικότητας, όχι μόνο στις θρησκευτικές πεποιθήσεις αλλά και σε σεξουαλικό προσανατολισμό, καταγωγή, χρώμα δέρματος, κλπ.

Γνώμη μου είναι ότι η αλλαγή θα έρθει μόνο μέσα από την παιδεία και την τριβή με το διαφορετικό. Το να κρύβεσαι και να προσποιείσαι τον πιστό δεν ωφελεί κανέναν, ίσα-ίσα που καθυστερεί την αποδοχή. Οι άνθρωποι που περιέγραψα, όσο περισσότερο νομίζουν ότι όλοι είναι σαν κι αυτούς, τόσο περισσότερο θα εκπλήσσονται και θα σοκάρονται όταν θα βλέπουν το διαφορετικό. Δεν είμαστε πολίτες δεύτερης κατηγορίας ώστε να συμβιβαζόμαστε πάντα εμείς και να προσέχουμε να μη σοκάρουμε ή πληγώνουμε τους πιστούς. Αν αυτοί δεν αντέχουν τη διαφορετικότητα και προσβάλλονται όταν κάποιος δε νηστεύει ή δε βαφτίζει το παιδί του, πρόβλημά τους. Εμείς είμαστε εδώ κι εδώ θα μείνουμε!

Δεκαπενταύγουστος και επίσημες αργίες

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012 7 σχόλια

Πλησιάζει ο Δεκαπενταύγουστος, που αποτελεί επίσημη αργία του Ελληνικού Κράτους, και με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να απαντήσω σε κάτι το οποίο ακούω αρκετά συχνά: «Αν είστε πραγματικοί άθεοι, να πάτε να δουλέψετε το Δεκαπενταύγουστο/τα Χριστούγεννα/τις Κυριακές». Κάτσε ρε φίλε, άθεοι είμαστε, όχι μαλάκες. Εσύ, ο πιστός, να έχεις 5-6 μέρες αργία το χρόνο κι εγώ να μην έχω καμία; Είναι λογικό αυτό;

Καταλαβαίνω ότι ο σκοπός της παραπάνω ατάκας είναι να υπονοήσει ότι εμείς οι άθεοι είμαστε υποκριτές, που αφενός αρνούμαστε και κατηγορούμε τις θρησκείες και αφετέρου επωφελούμαστε από αργίες που έχουν θεσπιστεί με θρησκευτικά κριτήρια, αλλά όσοι τη χρησιμοποιούν υποπίπτουν σε ένα σημαντικό σφάλμα. Ανεξαρτήτως της προέλευσής τους, κάποιες αργίες είναι θεσμοθετημένες ως επίσημες αργίες του Ελληνικού Κράτους, οπότε ισχύουν το ίδιο για όλους τους εργαζόμενους, είτε είναι χριστιανοί είτε όχι. Το πρόβλημα δεν είναι ότι εγώ ο άθεος ή ο γείτονάς μου ο μουσουλμάνος έχουμε αργία το Δεκαπενταύγουστο, παρόλο που δε σημαίνει κάτι για μας. Το πραγματικό πρόβλημα είναι που μια μέρα γιορτής για μια μερίδα των πολιτών του κράτους (τους χριστιανούς) έχει καθιερωθεί ως επίσημη αργία.

Ενα σωστό κράτος οφείλει να παρέχει επίσημες μέρες ξεκούρασης στους εργαζόμενους πολίτες του, δεν νομίζω ότι θα διαφωνήσει κανείς σε αυτό. Ενα σωστό κοσμικό κράτος όμως, οφείλει να παρέχει τέτοιες μέρες θρησκευτικά ουδέτερες, ώστε να μη γίνεται διάκριση μεταξύ των πολιτών ανάλογα με τα πιστεύω τους. Δεν είναι δυνατόν ο πιστός της Α θρησκείας να έχει τις γιορτές του θεσπισμένες ως επίσημες αργίες και να ασκεί τα λατρευτικά του καθήκοντα με τις ευλογίες του κράτους, και ο πιστός της Β θρησκείας να χρειάζεται να πάρει άδεια για να ασκήσει τα δικά του. Και για να προλάβω αυτούς που θα προτείνουν ο καθένας να έχει για αργίες αυτές που αντιστοιχούν στη θρησκεία του, θυμίζω ότι αυτή η «λύση» έχει δύο αγκάθια: Πρώτον, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις αποτελούν ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο και απαγορεύεται να υποχρεώνονται οι πολίτες να τις αποκαλύψουν ώστε να έχουν τις ανάλογες αργίες (για τον ίδιο λόγο διαγράφτηκε το θρήσκευμα από τις ταυτότητες) και δεύτερον, υπάρχουν και αυτοί που δεν ανήκουν σε καμία θρησκεία (άθεοι, αγνωστικιστές, άθρησκοι), οι οποίοι τι αργίες θα έχουν;

Η μόνη σωστή λύση, κατά τη γνώμη μου, είναι η απαγκίστρωση των επίσημων αργιών του κράτους από κάθε θρησκεία. Η πολιτεία θα πρέπει να θεσπίσει κάποιες μέρες αργίας ανεξάρτητες από θρησκευτικές εορτές, στρατηγικά τοποθετημένες κατά τη διάρκεια του έτους ώστε να ξεκουράζονται οι εργαζόμενοι. Από κει και πέρα, ο καθένας θα έχει στη διάθεσή του τις ημέρες άδειας που δικαιούται και θα μπορεί να τις χρησιμοποιήσει όπως νομίζει, είτε θέλει να γιορτάσει κάτι στα πλαίσια της θρησκείας του, είτε απλά να ξεκουραστεί. Νομίζω ότι ένα τέτοιο σύστημα είναι το πιο δίκαιο, όλοι οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται ισότιμα και η θρησκεία του καθενός παραμένει αυστηρά προσωπική του υπόθεση, όπως οφείλει εξάλλου.

Γιατί φοράς ταμπέλα;

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012 4 σχόλια

Παίρνω αφορμή από γεγονότα της επικαιρότητας, για να γράψω κάτι το οποίο ήθελα εδώ και καιρό. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στις δηλώσεις του Σεραφείμ για το μποζόνιο Higgs και ιδίως στον τρόπο με τον οποίο τις υποδέχτηκε ο κόσμος. Άκουσα από πολλούς «χριστιανούς» να λέγεται ότι κακώς ο Σεραφείμ θεωρεί δαιμονικές τις προσπάθειες των σύγχρονων επιστημόνων (φυσικών, αστρονόμων, βιολόγων) να εξηγήσουν την ύλη και το σύμπαν· υποστηρίζουν μεν ότι όλες οι επιστημονικές ανακαλύψεις στα παραπάνω πεδία στέκουν, αλλά η απώτερη αρχή των πάντων (σωματιδίων κλπ) είναι ο θεός.

Δε θα ασχοληθώ εδώ με το «θεό των κενών», που όσο πάει και συρρικνώνεται. Το θέμα μου είναι οι άνθρωποι που δηλώνουν μεν πιστοί κάποιας θρησκείας (γι’ αυτό και τα εισαγωγικά στο χριστιανοί παραπάνω), αλλά επιλέγουν να ακολουθούν/πιστεύουν μόνο συγκεκριμένα στοιχεία της. Θεωρώ ότι αυτό αποτελεί μέγιστη υποκρισία και πρέπει να το συνειδητοποιήσει ο κόσμος. Εξηγούμαι: όταν ασπάζεσαι μια θρησκεία και δηλώνεις πιστός της, τότε ουσιαστικά επιλέγεις να ακολουθήσεις ένα δόγμα. Αντιγράφω από το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής: δόγμα, «θεμελιώδης αρχή που δεν υπόκειται σε έλεγχο ή σε κριτική και που γίνεται υποχρεωτικά δεκτή» και ιδιαιτέρως «(θεολ.) οι εξ αποκαλύψεως αλήθειες στις οποίες στηρίζεται η πίστη» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Τι μας λέει αυτό; Ότι στο δόγμα δεν κάνουμε εκπτώσεις: ή το δεχόμαστε όπως είναι ή όχι.

Από δογματικής άποψης λοιπόν, ο Σεραφείμ είναι απόλυτα σωστός, ενώ όσοι πιστοί τον αμφισβητούν μπορούν να χαρακτηριστούν έως και αιρετικοί. Και εκεί βρίσκεται το μεγάλο ζήτημα της θρησκείας στην Ελλάδα: οι περισσότεροι δηλώνουν Χ.Ο., αλλά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το ορθόδοξο δόγμα. Δεν μπορείς να λες είμαι Χ.Ο. και να μην πιστεύεις στη δημιουργία ή στην ανάσταση, ή να μην κοινωνείς/εξομολογείσαι, ή να έχεις προγαμιαίες σχέσεις, ή, ή, ή… Δε γίνεται, πάρτε το χαμπάρι. Αν έχεις διαφωνίες με το δόγμα, τότε δεν είσαι πιστός αυτού του δόγματος, είσαι κάτι άλλο, τελεία και παύλα. Δεν είναι πολιτικό κόμμα η θρησκεία, να λες «συμφωνώ με τις βασικές θέσεις και θα το ψηφίσω να μπει στη Βουλή, παρόλο που έχω κάποιες διαφωνίες σε ελάσσονα ζητήματα». Όταν επιλέγεις ότι «θα πιστέψω το Α και θα τηρώ το Β, αλλά το Γ είναι μάλλον συμβολικό και το Δ είναι απομεινάρι μιας παλιότερης εποχής και δε συνάδει με τη σύγχρονη κοινωνία», τότε ουσιαστικά δημιουργείς το δικό σου δόγμα.

Η πρακτική αυτή εγείρει ένα σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, ερώτημα και ταυτόχρονα δημιουργεί ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα. Το ερώτημα που γεννάται (φαντάζομαι όχι μόνο σε μένα) όταν κάποιος κάνει ξεδιάλεγμα των επιταγών της θρησκείας του που θα ακολουθήσει, είναι το πώς γίνεται αυτό το ξεδιάλεγμα. Γιατί επιλέγεις π.χ. να μη σκοτώνεις και όχι να μην έχεις προγαμιαίες σχέσεις; Γιατί επιλέγεις να κοινωνείς και όχι να λιθοβολείς τα παιδιά που παρακούν τους γονείς τους; Με τι κριτήρια γίνεται αυτή η επιλογή; Με κριτήρια ηθικής; Μα τότε παραδέχεσαι ότι η ηθική είναι κάτι ανεξάρτητο και υπεράνω των θρησκειών. Με βάση τις κοινωνικές επιταγές; Μα τότε δε μιλάμε για κάτι δοσμένο κατευθείαν από το θεό αλλά για μόδα. Και στο κάτω-κάτω, ποιος είσαι εσύ που θα αμφισβητήσεις το λόγο του θεού, όπως τον μεταφέρουν και τον ερμηνεύουν οι πεφωτισμένοι αντιπρόσωποί του επί Γης; Μήπως δεν είναι και τόσο πεφωτισμένοι τελικά;

Τελειώνοντας, το θέμα που με ενοχλεί περισσότερο με αυτή την πρακτική είναι η εκμετάλλευση της «ταμπέλας» που επιλέγει να φοράει ο κόσμος. Αν κάποιος θέλει να πιστεύει σε ορισμένα κομμάτια ενός δόγματος, ή σε συνένωση πολλών δογμάτων, ή σε ό,τι θέλει τελοσπάντων, είναι δικό του προσωπικό θέμα. Γίνεται όμως δικό μου θέμα και ολόκληρης της κοινωνίας, όταν δηλώνει δημοσίως και επισήμως πιστός μιας θρησκείας, δίνοντας μια ψεύτικη εικόνα για τον εαυτό του. Εικόνα την οποία καπηλεύεται η επίσημη εκκλησία ή όσοι είναι πραγματικά πιστοί στο συγκεκριμένο δόγμα, ώστε να προωθήσουν την ατζέντα τους. Ας μην κρυβόμαστε, στην Ελλάδα είμαστε και η μόνιμη καραμέλα στα χείλη της εκκλησίας για να ζητάει χρήματα, απαλλαγές και ειδική μεταχείριση από το κράτος είναι το «είμαστε 97% του πληθυσμού». Έλα όμως που δεν είστε. Αν μετρήσεις αυτούς που πραγματικά πιστεύουν στο ορθόδοξο δόγμα, τότε με το ζόρι να πιάσεις ένα 10% και πολύ λέω. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί η ορθόδοξη εκκλησία να ανακατεύεται στα κρατικά ζητήματα και να απολαμβάνει μια σκανδαλώδη ασυλία.

Γι’ αυτό σας προτείνω, αν είστε πιστοί αλλά όχι στο πλήρες ορθόδοξο δόγμα, μη δηλώνετε Χ.Ο. μόνο και μόνο για να αισθάνεστε μέρος της μάζας, υπάρχουν κι άλλοι πολλοί σαν εσάς. Αν από την άλλη δεν πιστεύετε, προσπαθήστε να κάνετε τους «χριστιανούς» φίλους σας να καταλάβουν ότι δεν είναι τόσο χριστιανοί όσο νομίζουν. Ίσως όταν το συνειδητοποιήσουν, να βρεθούμε ένα βήμα πιο κοντά στην πραγματική ανεξιθρησκία και το διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας, που θα μας ωφελήσει όλους, «πιστούς» και άθεους.

θεϊκό vs ανθρώπινο (ποινικό) δίκαιο

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012 4 σχόλια

Το παρακάτω είναι ένα άρθρο που απέστειλε ο Yog Dagon στη συντακτική ομάδα του blog.atheia.gr.


Ο φίλτατος s.frang στο άρθρο του Θεοδικία ασχολήθηκε (αρκετά διεξοδικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη) με τη φιλοσοφική πλευρά της δικαιοσύνης του θεού. Εγώ, από την άλλη, εδώ και καιρό σκέφτομαι την πρακτική πλευρά αυτής, σε σύγκριση και αντιπαράθεση με τη δική μας ανθρώπινη δικαιοσύνη, και πιο συγκεκριμένα το σύγχρονο ελληνικό ποινικό δίκαιο (όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά απλώς επειδή αυτό γνωρίζω καλύτερα, και βάσει αυτού πορευόμαστε όλοι οι πολίτες αυτού του κράτους), όντας όμως βέβαιος ότι όλα τα αντίστοιχα σύγχρονα ποινικά δίκαια άλλων (τουλάχιστον των προηγμένων) χωρών έχουν ίδιες κι απαράλλαχτες βάσεις (γι’ αυτό και θα με δείτε παρακάτω, με την άδειά σας, να γενικεύω και να μιλάω γι’ ανθρώπινο δίκαιο και όχι για ελληνικό).

Να διευκρινίσω εδώ ότι δεν είμαι νομικός, απλώς έτυχε σε κάποια σχολή να διδαχτώ ένα μικρό τμήμα του σχετικού μαθήματος, συνεπώς οι όποιες γνώσεις μου είναι περιορισμένες, οπότε κάθε (σοβαρή κι εμπεριστατωμένη) διαφωνία, αντίθετη άποψη και διόρθωση θα γίνεται δεκτή ή, τουλάχιστον, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού.

Εμείς λοιπόν οι απλοί σημερινοί άνθρωποι, άτομα δηλαδή ενός είδους νοήμονος μεν, ατελούς και με πολλά λάθη δε, τουλάχιστον εν συγκρίσει με τον «τέλειο», «αλάνθαστο», και «παν-παν» θεό των μονοθεϊστικών (αβρααμικών) βασικά θρησκειών, μετά από πολλούς αιώνες ζυμώσεων, έχουμε ως τώρα καταλήξει στους σύγχρονους ποινικούς κώδικες, βάσει των οποίων προσπαθούμε να διατηρήσουμε την τάξη και να απονέμουμε δικαιοσύνη μεταξύ μας, θέτοντας κανόνες (κατά το δυνατόν) αντικειμενικούς και αμερόληπτους.

Πάμε λοιπόν αρχικά στο πιο βασικό κομμάτι του εν λόγω κώδικα, τον ορισμό (της άδικης/αξιόποινης πράξης).

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΑΞΙΟΠΟΙΝΗ ΠΡΑΞΗ
Ι. Γενικές διατάξεις
Άρθρο 14
Έννοια της αξιόποινης πράξης

  1. Έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη της, η οποία τιμωρείται από το νόμο.
  2. Στις διατάξεις των ποινικών νόμων ο όρος «πράξη» περιλαμβάνει και τις παραλείψεις.

Οι νομικοί ορισμοί (και έννοιες) δεν είναι ποτέ τόσο απλοί όσο φαίνονται, συνεπώς διαβάστε (και διαβάζετε πάντα) πολύ προσεκτικά, λέξη προς λέξη. Προσέξτε αρχικά τη φράση “στο δράστη της” και δώστε της την αναλογούσα πολύ πολύ μεγάλη βαρύτητα που της αρμόζει. Γιατί; Επειδή με τρεις και μόνο λέξεις δίνει όλο το υπόβαθρο του ανθρώπινου δικαίου, καταλογίζοντας την όποια πράξη αποκλειστικά και μόνο σ’ εκείνον που την έπραξε.

Θα μου πείτε τώρα: “Ε, και; Τι άλλο περίμενες; Λογικό δεν είναι;” Είναι όμως άραγε; Σκεφτείτε, κατ’ αναλογία, το πολύ σύνηθες κι ευρύτατα καθιερωμένο “μυστήριο” της βάφτισης. Γιατί βαφτίζεται κάποιος; Ή, για να ακριβολογούμε, επειδή σχεδόν κανείς δεν βαφτίζεται (από μόνος του εννοώ, με δική του πρωτοβουλία), γιατί βαφτίζουν τα παιδιά τους; Ένας από τους λόγους δεν είναι η διαγραφή του “προπατορικού αμαρτήματος”; Δεν σου λένε δηλαδή πολύ απλά ότι η άδικη πράξη που έγινε κάποτε (σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεο-μυθο-λογία, πάντα) από κάποιον είναι καταλογιστή σε όλους τους απογόνους του;

Αυτό, ως γνωστό, δεν είναι και το μόνο παράδειγμα τιμωρίας που αποδίδεται σε απογόνους του δράστη. Η “γεμάτη σοφία κι αγάπη και πρότυπο διδασκαλίας ήθους” παλαιά διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοιες μεταθέσεις ποινών. Με την πολύτιμη βοήθεια του φίλτατου Τεμπελόσκυλου (τον οποίο κι ευχαριστώ τα μάλα) παραθέτω τα παρακάτω “θεόπνευστα” αποσπάσματα:

Δευτερονόμιο 5:9
οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδὲ μὴ λατρεύσῃς αὐτοῖς, ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα ἐπὶ τρίτην καὶ τετάρτην γενεὰν τοῖς μισοῦσί με.
Έξοδος 20:5
οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισοῦσί με
Έξοδος 34:7
καὶ δικαιοσύνην διατηρῶν καὶ ἔλεος εἰς χιλιάδας, ἀφαιρῶν ἀνομίας καὶ ἀδικίας καὶ ἁμαρτίας, καὶ οὐ καθαριεῖ τὸν ἔνοχον, ἐπάγων ἀνομίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἐπὶ τέκνα τέκνων, ἐπὶ τρίτην καὶ τετάρτην γενεάν
Β’ Βασιλειών 12:14
πλὴν ὅτι παροργίζων παρώργισας τοὺς ἐχθροὺς Κυρίου ἐν τῷ ῥήματι τούτῳ, καί γε ὁ υἱός σου ὁ τεχθείς σοι θανάτῳ ἀποθανεῖται
Ησαΐας 14:21
ἑτοίμασον τὰ τέκνα σου σφαγῆναι ταῖς ἁμαρτίαις τοῦ πατρὸς αὐτῶν, ἵνα μὴ ἀναστῶσι καὶ κληρονομήσωσι τὴν γῆν καὶ ἐμπλήσωσιν τὴν γῆν πολέμων
Λευιτικόν 26:39
καὶ οἱ καταλειφθέντες ἀφ᾿ ὑμῶν καταφθαρήσονται διὰ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν πατέρων αὐτῶν, ἐν τῇ γῇ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν τακήσονται

Κι από μνήμης όμως ποιος δεν θυμάται τη δέκατη πληγή του φαραώ, με τον θάνατο όλων των πρωτοτόκων (ανεξαρτήτως, προφανώς, ηλικίας).

Επανερχόμαστε λοιπόν, εμείς τα ανθρωπάρια, με την κοινή μας λογική, κι ευλόγως κι απόλυτα δικαιολογημένα αναρωτιόμαστε τι σκατά δικαιοσύνη είναι αυτή. Τόσο λάθος έχουμε εκτιμήσει εμείς την έννοια του δικαίου; Μήπως θα ’πρεπε να εναρμονιστούμε κι εμείς με τις θεϊκές αυτές επιταγές και ν’ αρχίσουμε να τιμωρούμε κληρονομικά; Κι αλίμονο, φυσικά, στα παιδιά (και γενικότερα τους απογόνους) όλων όσοι καταδικάζονται “δις εις θάνατον”, δις και τρις ισόβια, πεθαίνουν πριν εκτίσουν το σύνολο της ποινής τους κ.ο.κ.

Καλή η πλάκα κι η ειρωνεία, αλλά, όπως είναι απόλυτα φυσικό κι αναμενόμενο, κανείς έχων σώας τας φρένας νομοθέτης δεν θα μπει ποτέ σε μια τόσο ανόητη, απερίσκεπτη, οπισθοδρομική κι εντελώς άδικη διαδικασία. Κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος αποκλειστικά για τις δικές του πράξεις και δίνει λόγο μόνο γι’ αυτές. Κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τις πράξεις είτε των παιδιών του και εγγονών του, είτε των γονέων και παππούδων του. Τότε όμως, αφού κάτι τέτοιο εναντιώνεται στη λογική μας και το όποιο αίσθημα δικαίου μας διακατέχει, γιατί να δεχόμαστε όλες αυτές τις καταφανείς ανοησίες και αδικίες ως θεόπνευστες; Γιατί δεν τις κρίνουμε, δεν τις κατακρίνουμε, γιατί δεν τις πετάμε στον κάλαθο των αχρήστων ή, στην καλύτερη (επιεικέστερη) περίπτωση, δεν τις εντάσσουμε στη σφαίρα της μυθολογίας μιας άλλης εποχής;

Εκτός αυτών των “Θείων” (το κεφαλαίο μπαίνει μόνο για να αποφευχθεί σύγχυση) πρακτικών μετάθεσης ποινής σε απογόνους, έχουμε κι άλλο ένα έξοχο παράδειγμα καταστρατήγησης της έννοιας της προσωπικής ευθύνης, αυτήν τη φορά με τη συλλήβδην παράλογη γενίκευση απόδοσης πράξεων και συμπεριφορών σε ολόκληρες ομάδες ανθρώπων, γενίκευση που παρατηρείται τόσο ως προς τις πράξεις, όσο κι ως προς τα άτομα. Αναφέρομαι φυσικά στα δύο καταπληκτικά και πασίγνωστα παραδείγματα της καταστροφής των Σοδόμων και Γομόρρων, και στο πολύ πιο ακραίο και ασύλληπτο σε διαστάσεις παράδειγμα τού κατακλυσμού (του Νώε), αγνοώντας (ή μη νιώθοντας καν την περαιτέρω ανάγκη να αναζητήσω) κι άλλα παρόμοια παραδείγματα. Ολική καταστρατήγηση κάθε έννοιας προσωπικής ευθύνης, αλλά και απόδοσης συγκεκριμένων (αξιόποινων) πράξεων. Εδώ έχουμε επιλογές: Ο θεός ή ήταν πολύ κακός (ως προς το μέγεθος της τιμωρίας, καθ’ όσον συμπεριέλαβε σ’ αυτήν ακόμη και κάθε ηλικίας παιδιά –μικρά, βρέφη, νεογέννητα, ακόμα και κυοφορούμενα– οπότε και τίθεται ευθέως υπό πλήρη αμφισβήτηση η περιβόητη παναγαθότητά του), είτε πολύ λίγος κι εντελώς ανίκανος (ως προς τον εντοπισμό συγκεκριμένων αδικιών και την απόδοσή των σε συγκεκριμένους ανθρώπους — οπότε ομοίως αμφισβητείται η παντοδυναμία του), είτε απλώς ηλίθιος, καθώς οι τιμωρίες επεκτάθηκαν όχι μόνο σε ανθρώπους, αλλά σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, είτε αφάνταστα και άπειρα εγωιστής, αφού η συμπεριφορά του αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να (επιχειρηθεί να) εξηγηθεί με τη στάση “εγώ τα έπλασα, δικά μου (ιδιοκτησία μου) είναι, ό,τι θέλω τα κάνω” (λες και μιλάμε για “άψυχα” αντικείμενα).

Τα ανωτέρω δεν είναι τα μόνα δείγματα “πανσοφίας” της “Θείας” δικαιοσύνης· έχουμε και ποικιλία ευρηματικών ποινών, που το μόνο κομμάτι του ανθρώπινου δικαίου στο οποίο θα μπορούσαν ποτέ να απαντηθούν είναι ίσως τα ειδεχθέστερα εγκλήματα πολέμου, με λιθοβολισμούς, κοπές άκρων, ασθένειες διαφόρων σημείων του σώματος, κατασπάραξη μικρών παιδιών από αρκούδες κ.λπ.

Ένα άλλο μέτρο σύγκρισης είναι αυτές καθ’ αυτές οι πράξεις που ποινικοποιούνται. Στο ανθρώπινο δίκαιο καθίσταται σαφές ότι ποινικοποιούνται πράξεις οι οποίες βλάπτουν. Μ’ άλλα λόγια, δεν πρόκειται ποτέ να ποινικοποιήσουμε σκέψεις ή σεξουαλικές συμπεριφορές και τάσεις (για τις τελευταίες τα όποια λάθη –π.χ. ποινικοποίηση μοιχείας ή ακόμα και ομοφυλοφιλίας σε διάφορα κράτη/πολιτείες– διορθώνονται με το πέρασμα του χρόνου), κάτι το οποίο στο θεϊκό δίκαιο αντίθετα τονίζεται, και μάλιστα με έμφαση. Ο θεός δηλαδή κρίνει, και μάλιστα αυστηρά, αμφότερα τα ανωτέρω, λες και (α) πειράζουν κανέναν και (β) μπορούν να ελεγχθούν/χαλιναγωγηθούν. Τι σε πειράζει δηλαδή, ρε θείο, αν και κατά πόσο βαράω εγώ μαλακία; Αν βλέπω το κάθε ωραίο γκομενάκι και σκέφτομαι τι ωραία θα ήταν να μου “καθόταν” ή, τουλάχιστον, τι ωραίος κώλος, τι ωραία πόδια, τι ωραία βυζιά, τι ωραίο πρόσωπο, τι ωραία μάτια; Αν βλέπω πολιτικούς και θέλω να τους σουβλίσω; Αν θέλω να σπάσω στο ξύλο διαφόρους που μου κάνουν τη ζωή ποδήλατο; Αν ονειρεύομαι να είμαι πάμπλουτος, διάσημος, να έχω εξουσία και πέραση; Σε χαλάει; Ζηλεύεις; Βλέπεις κανέναν άλλο να διαμαρτύρεται; Γκρεμίζονται τα πρότυπά σου; Ε άντε και γαμήσου, στο φινάλε, εσύ (υποτίθεται ότι) τα έφτιαξες, άχρηστε! Άμα δε σου βγήκε καλό το γλυκό, πέταξέ το και φτιάξε άλλο, ανίκανε!

Συγγνώμη, παρεσύρθην ελαφρώς, μη δίνετε σημασία. Οι υπερασπιστές των γραφών πολύ πιθανό να υπεραμυνθούν αυτών λέγοντας το γνωστό επίσης παραμύθι ότι πρόκειται για άλλες εποχές, κατά τις οποίες η αυστηρότητα (έπρεπε να) ήταν πολύ μεγαλύτερη για να υπάρξει τάξη, ή το επίσης συνηθισμένο και πολύ βολικό ότι πρόκειται για αλληγορίες, ή ακόμη ότι μετά την έλευση του Ιησού (;) αυτές οι διδασκαλίες καταργήθηκαν/αναπροσαρμόστηκαν κ.λπ. Φυσικά, ό,τι και να πει κάποιος προσπαθώντας να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα είναι απλώς μπούρδες. Καμία υπεράσπισή τους δεν μπορεί να σταθεί υπό οποιοδήποτε πρίσμα λογικής κριτικής (όπως και το γενικότερο πλαίσιο της θρησκείας, εξάλλου) και οι οποιοιδήποτε σταυροφόροι υπερασπιστές απλώς εθελοτυφλούν. Γιατί αλλού κι αλλού τις “σοφίες” της παλαιάς διαθήκης τις πιπιλάνε σαν καραμέλα, όταν όμως τα βρίσκουν σκούρα τις κάνουν γαργάρα;

Αυτά, εννοείται, στην Παλαιά Διαθήκη. Γιατί στην Καινή (=κενή), στην προσπάθειά του (του θεού) να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα, συνεχίζει το θέατρο του παραλόγου και καταλήγει στο άλλο άκρο, είτε προτείνοντας ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας, είτε να γυρνάμε και το άλλο μάγουλο σ’ όποιον μας χαστουκίζει (έΚΤΑΚΤΟΝ, όπως θα ’λεγε κι ο Ορθόδοξος).

Κι όμως, αυτό δεν είναι, κατά τη γνώμη μου πάντα, το εντυπωσιακότερο δείγμα της “Θείας” δικαιοσύνης. Αυτό που μακράν υπερτερεί από κάθε άποψη, που η λογική μας υπό κανονικές συνθήκες θ’ αρνούνταν πεισματικά και για οποιονδήποτε λόγο να το δεχτεί, είναι η τελική δίκη. Αντιπαραβάλλοντας γι’ άλλη μια φορά τον ταπεινό και καταφρονεμένο δικό μας ποινικό κώδικα, διαπιστώνουμε (οποία έκπληξις) να αφιερώνει ολόκληρο το τέταρτο κεφάλαιο στις ποινές και το πέμπτο στην επιμέτρησή τους, χωρίζοντάς τες επιμελώς και λεπτομερώς σε είδη (θάνατος, στερητικές της ελευθερίας, χρηματικές) και διαβαθμίσεις. Αντίθετα, στην περίπτωση του “μεγαλοδύναμου” (;;;) το πράγμα απλοποιείται μέχρι εκεί που δεν πάει: Ή είσαι ένοχος (κακός) και θα τυραννιέσαι επ’ άπειρον στην κόλαση, ή είσαι αθώος (καλός) και θα τη βγάλεις εσαεί στον παράδεισο. Καμία απολύτως ενδιάμεση διαβάθμιση! Δεν υπάρχει ούτε λίγο καλός/κακός, ούτε πολύ καλός/κακός (και σαφώς ούτε για πλάκα ενδιάμεσες βαθμίδες αυτών). Ολικό τσουβάλιασμα. Μ’ άλλα λόγια, είτε είσαι ο χειρότερος και πιο αδίστακτος εγκληματίας, όντας υπεύθυνος για φόνους, βασανισμούς, βιασμούς, ακρωτηριασμούς και ό,τι άλλο ειδεχθές κι αποτρόπαιο βάζει ο νους σας, είτε είσαι π.χ. απλώς άθεος, οπότε το μόνο σου έγκλημα είναι ότι δεν πιστεύεις στον (όποιο) θεό, δεν συμμετέχεις στις (όποιες) λατρευτικές του τελετές και δεν τον προσκυνάς, καταλήγεις στο ίδιο κελί να εκτίεις την ίδια ποινή. Απ’ την άλλη, κι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου να είσαι, έχοντας δώσει καθ’ όλην τη διάρκεια της ζωής σου μάχες και προσφέροντας εντελώς αλτρουιστικά κι απλόχερα στους συνανθρώπους σου, ζώντας ο ίδιος μες στις στερήσεις και την ανέχεια, ακόμα κι αν χάρη σε σένα και στους δικούς σου αγώνες άλλαξε ο ίδιος ο ρους της ιστορίας προς όφελος των καταπιεσμένων κι αδυνάτων, θα λάβεις την ίδια ακριβώς ανταμοιβή με οποιονδήποτε άλλον κριθεί απλώς “καλός”, ζώντας ενδεχομένως μια συνήθη ζωή, λατρεύοντας τον θεό, κάνοντας μικροφιλανθρωπίες, υπακούοντας σε βασικούς κανόνες κ.λπ. Πόσο δίκαιο άραγε ακούγεται αυτό;

Αλλά πάνω απ’ όλα, το δυσκολότερο και πιο απίστευτο κομμάτι σ’ αυτή την ιστορία του χωρισμού σε “δίκαιους και άδικους” είναι χωρίς καμία αμφιβολία τα κριτήρια του “δημιουργού”. Πόσο λεπτομερής πρέπει να είναι άραγε αυτή η “ζυγαριά” που θα χρησιμοποιήσει ο “πάνσοφος”, πόσο λεπτός αυτός ο “υδροκρίτης” και πώς στο διάολο (ή στην ευχή, αν προτιμάτε) θα προσμετρηθεί εν ολοκλήρω το σύνολο των πράξεων, παραλείψεων, σκέψεων (sic) και αποφάσεων ενός ανθρώπου, ώστε στο τέλος ν’ αποφανθεί κάποιος, μονολεκτικά κι απόλυτα, “καλός” ή “κακός”; Πόσο “ζυγίζει” το άλφα και πόσο το βήτα; Ποιο είναι το μέτρο; Ακολουθείται ας πούμε κάποιο μοτίβο του στυλ “εκκλησιασμός=10 πόντοι (ή γραμμάρια ή καιγωδενξέρωτι), φιλανθρωπία της τάξης του 0,0000001% επί του συνόλου της περιουσίας σου=100 πόντοι, βάπτισμα=προαπαιτούμενο/απαραίτητη προϋπόθεση, βλασφημία=-10 πόντοι” και πάει λέγοντας; Ειλικρινά δηλαδή, και “με το χέρι στην καρδιά”, όλοι εσείς οι θρησκευόμενοι που τυχόν μπείτε στον κόπο να διαβάσετε τα παραπάνω, πόσο λογικά σας φαίνονται; Δεν σας προβληματίζουν;

Συνοψίζοντας, γίνεται φανερό ότι έχουμε από τη μία τον ατελή άνθρωπο, ο οποίος, βάσει των εμπειριών του, των (ως τώρα) γνώσεών του, της ενσυνείδητης ηθικής του, της κοινωνικότητάς του, της λογικής του, αλλά και της απόδοσης μέγιστης σημασίας και βάρους στην ανθρώπινη ζωή, προσπαθεί να διαμορφώσει στην κοινωνία το πλαίσιο των κανόνων που θα δημιουργήσουν το καλύτερο κι ασφαλέστερο δυνατό περιβάλλον, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του, ει δυνατόν, όλους τους πιθανούς παράγοντες κι όλες τις πιθανές παραμέτρους, προκειμένου η ζυγαριά μεταξύ θύτη και θύματος να αγγίζει την απόλυτη ισορροπία (μετά, εννοείται, τη δικαστική απόφαση), κι απ’ την άλλη τον (όποιος κι αν είναι αυτός για τον καθένα) “τέλειο” (;;;) θεό, ο οποίος είναι ηλίου φαεινότερο ότι έχει αποτύχει παταγωδώς τόσο να αποδώσει δικαιοσύνη σε πάμπολλες (αν όχι όλες τις) περιπτώσεις και να εγκαθιδρύσει ένα σαφές κι αδιαμφισβήτητο αίσθημα δικαίου κι εμπιστοσύνης, όπως θα άρμοζε στη βαρύτητα και τελειότητα που του αποδίδουν οι πιστοί του, όσο και να ξεκαθαρίσει το δικό του πλαίσιο κανόνων και αρχών, και δίνοντας κατ’ επέκταση τον μπούσουλα με τον οποίο θα έπρεπε να πορευτούν οι άνθρωποι προκειμένου, ακολουθώντας τον τελευταίο, να τύχουν της μέγιστης επιβράβευσης ή, αν αποτύχουν, της μέγιστης τιμωρίας, καθ’ όσον δεν σκέφτηκε καθόλου (ούτε καν του πέρασε απ’ το μυαλό, απ’ όσο φαίνεται) να βάλει διαβαθμίσεις. Διαλέξτε και πάρτε…

Χριστιανοί της παράδοσης και Άθεοι του καναπέ

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010 12 σχόλια

Θέλω να αναφερθώ σε δύο κατηγορίες συμπολιτών μας οι οποίες, παρόλο που αυτοπροσδιορίζονται εντελώς διαφορετικά, τελικά καταλήγουν στην ίδια αντιμετώπιση απέναντι στην θρησκεία και τη σχέση της με την κοινωνία.

Οι πρώτοι είναι αυτοί που αποκαλώ εγώ «Χριστιανοί της παράδοσης». Είναι άνθρωποι που – όπως οι περισσότεροι σ’ αυτή τη χώρα – ανατράφηκαν ως ΧΟ, αλλά όχι ιδιαίτερα φανατικά, και εξακολουθούν να πιστεύουν γιατί έτσι μεγάλωσαν. Θεωρούν τους εαυτούς τους χριστιανούς αλλά χωρίς να έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις διδαχές της συγκεκριμένης θρησκείας. Έχουν διαμορφώσει δηλαδή μια προσωπική ιδεά για τη θρησκεία και για το τι σημαίνει να είσαι ΧΟ, βασισμένη όχι στην Αγία Γραφή – την οποία δεν έχουν διαβάσει καν – αλλά αφενός στις παραδόσεις που έχουν μάθει να ακολουθούν και αφετέρου στο πνεύμα της εποχής. Έτσι θα δούμε τους συγκεκριμένους ανθρώπους να δέχονται κάποια κομμάτια του ΧΟ δόγματος «επειδή έτσι μάθαμε» και να απορρίπτουν άλλα «επειδή είναι αναχρονιστικά».

Ας δούμε και μερικά παραδείγματα, που νομίζω ότι είναι αντιπροσωπευτικά για την πλειονότητα των «χριστιανών της παράδοσης». Θεωρούν απαράδεκτο το να μην παντρευτεί κάποιος με θρησκευτικό γάμο ή να μην βαφτίσει το παιδί του αλλά παράλληλα θεωρούν τις προγαμιαίες σχέσεις κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Νηστέυουν την Μεγάλη Εβδομάδα αλλά ούτε λόγος για αυστηρή νηστεία την σαρακοστή ή κάθε Τετάρτη – Παρασκευή. Πηγαίνουν στην εκκλησία το Πάσχα, αλλά για 10 λεπτά, μην κρυώσει και η μαγειρίτσα. Σταυροκοπιούνται περνώντας έξω από εκκλησίες, αλλά κατεβάζουν χριστοπαναγίες όταν τσατίζονται. Ο κατάλογος είναι ατελείωτος και μπορώ να συνεχίσω για ώρες, αλλά νομίζω ότι καταλάβατε τι θέλω να πω.

Το πραγματικό όμως θέμα είναι ότι, λειτουργώντας με τον τρόπο αυτό, δεν μπορούν να αποκαλούνται πραγματικοί ΧΟ. Προσωπικά θα τους χαρακτήριζα θεϊστές μεν, αφού πιστεύουν σε κάποιο ανώτερο ον, αλλά σίγουρα όχι ΧΟ. Και είμαι σίγουρος ότι οι φανατικοί ΧΟ θα τους κατηγορούσαν ως αιρετικούς ή ακόμα και άπιστους. Όταν αποφασίζεις να ακολουθήσεις μια συγκεκριμένη θρησκεία που υπάρχει εδώ και 2000 χρόνια και να φοράς την ταμπέλα της, δυστυχώς δεν μπορείς να κρατήσεις μόνο αυτά που σε συμφέρουν ή που σου αρέσουν. Από την άλλη, όταν ακολουθείς ένα δικό σου, προσωπικό, μπασταρδεμένο δόγμα, δεν μπορείς να το ονομάσεις με ένα όνομα που ήδη είναι σαφώς ορισμένο και περιγράφει κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που πιστεύεις. Δεν έχω πρόβλημα να πιστεύουν οι άνθρωποι όπου θέλουν, αλλά πραγματικά το μόνο αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς είναι να βρίσκει πάτημα η εκκλησία και να λέει ότι εκπροσωπεί το 97% του ελληνικού λαού.

Η δεύτερη κατηγορία στην οποία θα αναφερθώ είναι αυτοί που εγώ λέω «Άθεοι του καναπέ». Είναι άνθρωποι που αυτοχαρακτηρίζονται ως άθεοι, δηλαδή δεν πιστεύουν σε κάποια ανώτερη οντότητα ή δύναμη, και παράλληλα αδιαφορούν για την ολοκληρωτική εισχώρηση της θρησκείας (της ορθοδοξίας εν προκειμένω) στα θέματα της πολιτείας. Η δικαιολογία φυσικά είναι και σε αυτή την περίπτωση ότι «έτσι τα βρήκαμε, έτσι κάναμε πάντα» και ότι «αφού εγώ δεν πιστεύω, οι άλλοι ας κάνουν ό,τι θέλουν». Χαρακτηριστικά, δεν τους πειράζει η κατήχηση – διαδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία, τα θρησκευτικά σύμβολα στις δημόσιες υπηρεσίες, η μισθοδοσία των κληρικών από το κράτος (και άρα από τους ίδιους μέσω των φόρων που πληρώνουν). Γενικότερα δηλαδή τα έχουν βρει με τον εαυτό τους σε θέματα πίστης και αδιαφορούν παντελώς για την εκκοσμίκευση του σχεδόν θεοκρατικού κράτους στο οποίο ζούμε.

Η αδιαφορία αυτή κατά τη γνώμη μου είναι τραγική, για να μην πω εγκληματική. Συμπεριφερόμενοι έτσι, οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν μέρος του προβλήματος ενώ με βάση το γεγονός ότι αποτίναξαν τον θρησκευτικό ζυγό από πάνω τους θα έπρεπε να αποτελούν μέρος της λύσης. Έχουν καταφέρει να σκεφτούν αρκετά λογικά ώστε να καταλήξουν στην αθεΐα, αλλά θεωρούν φυσιολογικότατο να βλέπουν την θρησκεία παρούσα σε κάθε έκφανση του δημόσιου βίου γιατί «είναι παράδοση». Ειλικρινά δεν χωράει στο μυαλό μου πώς κάποιος π.χ. δέχεται να πληρώνει από την τσέπη του για να γίνονται θρησκευτικές τελετές ενώ δεν πιστεύει σε θεό ή πώς δέχεται να προσηλυτίζεται το ανήλικο παιδί του σε ένα δόγμα το οποίο ο ίδιος απορρίπτει.

Συνοψίζοντας, οι «χριστιανοί της παράδοσης» και οι «άθεοι του καναπέ» μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ως προς την πίστη τους, αλλά αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος μιας και με την αδιαφορία τους επιτρέπουν τον σφιχτό εναγκαλισμό εκκλησίας και κράτους. Γι’ αυτό σας προτρέπω, είτε ανήκετε στην πρώτη κατηγορία είτε στην δεύτερη κατηγορία, συνειδητοποιήστε ότι πραγματικά υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα και βοηθήστε – ο καθένας με τον τρόπο του – να μείνουν οι θρησκείες και οι λειτουργοί τους μακριά από το κράτος και την πολιτεία.

Περί θεού

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010 5 σχόλια

Το παρακάτω είναι ένα άρθρο που απέστειλε ο Σπύρος Κιτσινέλης στη συντακτική ομάδα του blog.atheia.gr.


Ίσως το πιο σημαντικό θέμα που έχει ποτέ απασχολήσει το συλλογικό μυαλό της ανθρωπότητας είναι το θέμα της ύπαρξης ενός θεού. Ασφαλώς δεν πιστεύω ότι είμαι σε θέση να απαντήσω μια τέτοια ερώτηση (κάτι που θα κάνει ορισμένους ανθρώπους να με αποκαλέσουν αγνωστικιστή) αλλά αν ΕΠΡΕΠΕ να πάρω θέση και να διαλέξω μόνο μεταξύ των επιλογών της ύπαρξης και της μη ύπαρξης, τότε θα έπαιρνα το μέρος των μη πιστών ή αθεϊστών αν θέλετε για κανένα άλλο λόγο εκτός από το ότι η έννοια ενός παντοδύναμου θεού που μας δημιούργησε με ένα ευφυή σχεδιασμό και μας κοιτά από ψηλά είναι εναντία στη λογική και ένστικτο μου. Πάντως σίγουρα δεν ανήκω σε καμία οργανωμένη ανθρώπινη θρησκεία ή ανθρώπινο σχέδιο λατρείας του υπερφυσικού.

Μα αν όμως είμαι ανίκανος να δώσω ή να ξέρω μια απάντηση στο σημαντικότατο αυτό ερώτημα τότε το στοίχημα του Πασκάλ θα πρέπει να με σπρώξει προς την πλευρά των πιστών. Ο Πασκάλ ήταν πρόθυμος να αναγνωρίσει την πιθανότητα ότι ο θεός ίσως να μην υπάρχει, αλλά υποστήριξε ότι ένα λογικό άτομο πρέπει να πιστεύει στο θεό. Το επιχείρημα του ήταν η πιθανολογία της προσδοκίας, η οποία είναι η μακροπρόθεσμη μέση αξία ενός στοιχήματος. Αν βάλετε στοίχημα ότι ο Θεός υπάρχει και το κερδίσετε τότε θα έχετε αιώνια μετά θάνατον ζωή. Έτσι ακόμα και αν η πιθανότητα ότι ο θεός υπάρχει είναι μικρή, το μέσο κέρδος αυτού του στοιχήματος επισκιάζει το κέρδος που θα είχατε αν ο θεός δεν υπήρχε και είχατε στοιχηματίσει σε αυτό. Γιατί τότε ως λογικό άτομο αν έπρεπε να παίξω αυτό το στοίχημα θα υποστήριζα την πλευρά των άπιστων; Ο λόγος είναι ότι, κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει πραγματικό επιχείρημα, δεν υπάρχουν πραγματικά δύο πλευρές και επομένως δεν τίθεται θέμα συνηθισμένου στοιχήματος.

Επιτρέψτε μου να γίνω σαφέστερος εξηγώντας γιατί τέτοια θέματα είναι προβληματικά και τελικά οδηγούν στη υιοθέτηση της πλευράς της ανυπαρξίας ενός θεού.

Για να υπάρχει κάτι (έστω και στη σκέψη των ανθρώπων) θα πρέπει να είμαστε σε θέση να το προσδιορίσουμε. Πώς ορίζουμε τον θεό; Δεν υπάρχει ομόφωνα αποδεκτός ορισμός του θεού ακόμη και μεταξύ ατόμων του ιδίου οργανωμένου συστήματος πεποιθήσεων. Έτσι υπάρχει δυσκολία ακόμα και στο να ξεκινήσει μια τέτοια συζήτηση. Επίσης πολλές θρησκείες και φιλοσοφίες συχνά αντικρούουν η μια την άλλη. Ως εκ τούτου, πολλές, αν όχι όλες, πρέπει να μην ισχύουν. Για να μην αναφέρουμε το γεγονός ότι η ιστορία έχει εξαλείψει τις περισσότερες θρησκείες ή έννοιες του θεού και θα μπορούσε να είναι απλώς θέμα χρόνου μέχρι να εγκαταλειφτούν και οι τωρινές ιδέες. Αλλά το σημαντικό σημείο εδώ είναι κάτι άλλο. Αν κάποιος μπορούσε να καθορίσει κάτι ως θεό τότε πέφτει αμέσως σε μια αντίφαση αφού ένας παντοδύναμος και παντογνώστης θεός δεν μπορεί να προσδιορισθεί. Μια τέτοια έννοια ενός θεού δεν μπορεί να συζητηθεί ή να καθοριστεί. Αυτό μας οδηγεί στις δυνατότητες ότι θεός δεν υπάρχει Ή ότι κανείς δεν θα μπορούσε να εφεύρει ένα αληθινό θεό. Οποιαδήποτε άλλη περίπτωση σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα είναι απλώς ένα υπερτιμημένο και υπερεκτιμημένο κατασκεύασμα.

Όσον αφορά την αλήθεια μιας τέτοιας θέσης ότι θεός υπάρχει, τότε πρέπει να ορίσουμε την αλήθεια ή γνώση. Είναι η γνώση και η αλήθεια η επιστημονική γνώση και αλήθεια ή απλώς θέμα πίστης (και τα δύο είναι σε κάποιο βαθμό υποκειμενικά); Αν η αλήθεια και η γνώση παίρνει την επιστημονική οδό της εμπειρίας και λογικής (αναγόμενη γνώση από αξιώματα) τότε θα αντιμετωπίσουμε τα εξής παράδοξα. Η ληφθείσα γνώση και αλήθεια προέρχονται από το φυσικό μας κόσμο τον οποίο μετρούμε και παρατηρούμε οπότε η υπερφυσική ουσία του θεού παύει να υφίσταται. Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι το υπερφυσικό υφίσταται και μπορούμε να το φτάσουμε μόνο μέσα από το μυαλό τότε πάλι κάνουμε αναγωγή γνώσης και άρα χρήση της λογικής. Αλλά η λογική για την παραγωγή αξιόπιστης γνώσης πρέπει να ξεκινά από στέρεα αξιώματα ή προϋποθέσεις οι οποίες εδώ δεν υπάρχουν. Το να χρησιμοποιήσουμε κάτι ως αξίωμα για να αποδείξουμε μέσω της λογικής ότι ο θεός δημιούργησε κάτι ή ότι ο θεός είναι κάτι είναι μια αυτοαναφερόμενη πρόταση (ταυτολογία) και συνεπώς, ένα παράδοξο. Για να αποφευχθεί αυτό το παράδοξο μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο θεός είναι διττός (φυσικός και υπερφυσικός), καθώς μόνο ένας θεός θα μπορούσε να είναι τα πάντα. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει τρόπος να εξετάσουμε ή να γνωρίζουμε το υπερφυσικό ενώ το φυσικό ούτε έχει αποδειχτεί ούτε ταιριάζει με την εικόνα ενός θεού, οπότε και πάλι οι πιθανότητες είναι εναντίον.

Από την άλλη πλευρά αν κάποιος απορρίπτει τον ορισμό της αλήθειας και της γνώσης, μέσω της λογικής ή / και της επιστημολογικής οδού τότε θα έχει προχωρήσει σε ένα βαθύτερο επίπεδο υποκειμενικότητας οπότε πάλι δεν τίθεται θέμα συζήτησης και επιχειρηματολογίας. Η έννοια της πίστης, σε αντίθεση με τη γνώση και την αλήθεια που περιγράφονται παραπάνω δεν είναι (ξανά) παρά μία προσωπική ιδέα περί αλήθειας και έχει δύο πιθανές προελεύσεις. Μια από αυτές είναι συνδεδεμένη με τη φυσική πραγματικότητα (τότε επιστρέφουμε στο φυσικό και επομένως επιστημολογικό) οπότε συγκρούεται με τη λογική ή συνδέεται μόνο με το υπερφυσικό κατασκεύασμα άρα για άλλη μια φορά δεν υπάρχουν επιχειρήματα.

Και ως ένα ορθολογικό άτομο (που θεωρώ τον εαυτό μου), θα στοιχημάτιζα μόνο υπέρ της πλευράς που βλέπω. Για να αντιστρέψω το στοίχημα του Πασκάλ θα ήθελα να δηλώσω ότι κάθε λογικό άτομο πρέπει να βάζει στοίχημα υπέρ εκείνης της πλευράς που εμφανίζεται στο γήπεδο, ανεξάρτητα από το πόσο καλά περιγράφεται ή φανταζόμαστε την άλλη πλευρά που ποτέ όμως δεν εμφανίστηκε.

Μετά από μια πολύ σύντομη έρευνα για να βρω και άλλα παραδείγματα επιχειρημάτων κατά της ύπαρξης του Θεού ή, τουλάχιστον κατά την ύπαρξη τέτοιων θεμάτων ανακάλυψα μερικά που είναι γνωστά και διαδεδομένα μεταξύ των ανθρώπων.

1) Ένας παντογνώστης και παντοδύναμος θεός και δεν θα είχε κανένα λόγο να ενεργήσει με οποιοδήποτε τρόπο, ειδικά με τη δημιουργία του σύμπαντος, διότι δεν θα έχει ανάγκες, θέλω ή επιθυμίες δεδομένου ότι αυτές οι έννοιες είναι πολύ υποκειμενικά ανθρώπινες. Καθώς το σύμπαν υπάρχει, υπάρχει μια αντίφαση, και ως εκ τούτου, ένας παντοδύναμος Θεός δεν μπορεί να υπάρχει.

2) Αν ο Θεός ξέρει ήδη το μέλλον (αλλιώς δε θα ήταν παντογνώστης), τότε η ανθρωπότητα είναι γραπτό να συμφωνεί με τη γνώση αυτή και δεν είναι πραγματικά ελεύθερη ώστε να αποκλίνει από αυτήν. Ως εκ τούτου η ελεύθερη βούληση έρχεται σε αντίθεση με ένα παντογνώστη θεό. Ένα άλλο επιχείρημα αμφισβητεί την ύπαρξη ενός παντογνώστη θεού με ελεύθερη βούληση χρησιμοποιώντας το παράδοξο που μας λέει ότι η βούληση του ίδιου του Θεού είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει το οτιδήποτε ο θεός γνωρίζει ήδη για οτιδήποτε θα κάνει στο αιώνιο μέλλον.

3) Το πιο γνωστό και διαδεδομένο μεταξύ των ανθρώπων επιχείρημα κατά της ύπαρξης ενός παντοδύναμου θεού είναι το περίφημο παράδοξο του βράχου το οποίο λέει το εξής: Μπορεί ο θεός να δημιουργήσει ένα βράχο τόσο βαρύ που ο ίδιος δεν θα μπορεί να σηκώσει; Εάν δεν μπορεί τότε δεν είναι παντοδύναμος όπως θα πρέπει και αν μπορεί, τότε και πάλι δεν είναι παντοδύναμος αφού δεν θα είναι σε θέση να τον σηκώσει.

    Οι θέσεις των θεϊστών δεν παρουσιάζουν μόνο όλα τα προαναφερθέντα παράδοξα αλλά (και αυτό είναι το κεντρικό μου σημείο) δεν μπορούν καν να θεωρηθούν θέσεις. Όσο και αν θεωρώ διασκεδαστικά τα παράδοξα που απέδωσε η σύντομη έρευνα μου, νομίζω ότι δεν τα έχουμε καθόλου ανάγκη πραγματικά.

    Η θέση μου είναι ότι αυτή η μεγάλη συζήτηση δεν έχει καμία βάση και το βάρος ακόμα και της δημιουργίας συζήτησης με νόημα βρίσκεται στους ώμους των θεϊστών και πιστών. Πολύ αμφιβάλλω ότι θα μπορέσουν ποτέ να έχουν πραγματικά στέρεες θέσεις αλλά αν κάτι τέτοιο γίνει τότε τουλάχιστον στα μάτια και το μυαλό των αθεϊστών, πάλι δεν θα χρειάζονται επιχειρήματα και συζητήσεις, αφού η απάντηση θα είναι ήδη εκεί, εμφανής και όχι με αντιθέσεις και παράδοξα.

    Ετικέτες:,

    Ίδρυση Ένωσης Άθεων

    Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010 Σχολιάστε

    Τον Μάιο του 2010 ορισμένοι από τους συντελεστές του blog και του forum «Αθεΐα», προχώρησαν στην ίδρυση της Ένωσης Άθεων, μιας ένωσης προσώπων που έχει σκοπό την προώθηση της εκκοσμίκευσης της πολιτείας, της θρησκευτικής ελευθερίας, του ανθρωπισμού, του σκεπτικισμού, του ορθολογισμού, της κριτικής σκέψης και της αθεϊστικής οπτικής. Η ύπαρξη ενός φορέα με νομική υπόσταση μας επιτρέπει να επιδιώξουμε καλύτερα τους σκοπούς μας και να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας ως πολίτες.

    Σήμερα 5-8-2010 τέθηκε σε λειτουργία η ιστοσελίδα της Ένωσης Άθεων στη διεύθυνση http://www.atheia.gr

    Εκεί θα βρείτε αναρτημένο το καταστατικό και φόρμες εγγραφής για όποιον επιθυμεί να γίνει μέλος, καθώς και τα στοιχεία επικοινωνίας της Ένωσης. Η σελίδα θα εμπλουτίζεται σταδιακά με πληροφορίες για τις δράσεις της Ένωσης και άλλο σχετικό υλικό.

    Ετικέτες:,